Σάββατο 22 Μαρτίου 2014

Ταφές στην Ιλιάδα (Μαρωνίτης Δ.)

ΤΑΦΟΙ ΣΤΟΝ ΟΜΗΡΟ, 
άρθρο του Μαρωνίτη Δ., δημοσιευμένο στην Καθημερινή (19-5-2013)
  Για να διαβάσετε το άρθρο στην ημλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας, πατήστε εδώ)

Στην Ιλιάδα, εξέχουν τρεις έμπυρες ταφές: του Σαρπηδόνα, του Πατρόκλου και του Εκτορα. Θύτης του Σαρπηδόνα ο Πάτροκλος, του Πατρόκλου ο Εκτορας, του Εκτορα ο Αχιλλέας. Και στις τρεις περιπτώσεις προβλέπονται θρήνοι και κομιδή οστών, που προστατεύονται με τύμβο. Και οι τρεις συγκεκριμένοι τάφοι συγκίνησαν τον Καβάφη σε ομόθεμα ποιήματα: προηγήθηκαν «Τα άλογα του Αχιλλέως» (1897), μεσολάβησε «Η κηδεία του Σαρπηδόνος» (1898) και ακολούθησαν αλληγορικά οι «Τρώες» (1905).

Στο πλαίσιο της μοιραίας αριστείας του Πατρόκλου (ραψωδία Π), εντάσσεται ο φονικός διασυρμός του Σαρπηδόνα, γόνου του Δία, ο οποίος την κρίσιμη ώρα ορίζει τον Απόλλωνα διαχειριστή της απόφασής του για τον νεκρώσιμο νόστο του γιου του. Παραθέτω τους οικείους στίχους (Π 666-684) σε μετάφραση:

Εφτασε η ώρα, Φοίβε, να κατεβείς στον ομαλό, από τα βέλη / γλίτωσε τον Σαρπηδόνα, καθάρισε από το μαύρο αίμα το κορμί του, έπειτα το νεκρό του σώμα αναλαμβάνοντας, απόμακρα, / στου ποταμού το ρέμα, οδήγησε, κι εκεί το λούζεις, το μυρώνεις, με μύρο θεϊκό, και του φορείς άφθαρτο ρούχο. Μετά τον εμπιστεύεσαι / στους δίδυμους γοργούς ταξιδευτές, στον Υπνο και στον Θάνατο, / στα χέρια τους το σώμα να σηκώσουν, και φτάνοντας στην ώρα τους / να το απιθώσουν στο εύφορο χώμα της ευρύχωρης Λυκίας, όπου το ξόδι του και την ταφή τ' αδέλφια κι οι δικοί του / θα φροντίσουν, τύμβο ανυψώνοντας και επιτύμβια στήλη - / δίκαιη τιμή όποιων τους αφανίζει το θάνατος.

Αταφος παραμένει ο Πάτροκλος έξι ολόκληρες ραψωδίες, ωσότου, στην ραψωδία Ψ, ο Αχιλλέας αναλαμβάνει και διεκπεραιώνει την τελετουργική ταφή του, αφού στο μεταξύ έχει διασώσει το νεκρό σώμα του φίλου του. Μεσολαβούν σπαραχτικοί θρήνοι, που τους εγκαινιάζουν τα αθάνατα άλογα του Αχιλλέως πάνω στο έκθετο και απογυμνωμένο σώμα του Πατρόκλου. Επονται οι οικείοι στίχοι 424-439 από τη ραψωδία Ρ:

Κι όπως η μάχη φούντωνε, ορυμαγδός ατσάλινος ανέβαινε / στον χάλκινο ουρανό μέσα από τον ατρύγετο αιθέρα. / Του Αιακίδη όμως τ' άλογα δεν δέχονταν να μπουν / στη μάχη, μόνο παράμερα θρηνούσαν τον ηνίοχό τους, / μόλις τον ένιωσαν πεσμένο μες στη σκόνη, αφανισμένο από το φονικό χέρι του Εκτορα. / Ο Αυτομέδων, άλκιμος του Διώρη γιος, μάταια δοκίμαζε / να τα μετακινήσει, τη μια με το μαστίγιο πυκνά και γρήγορα / χτυπώντας, την άλλη με γλυκόλογα μιλώντας / ή φοβέρες. Εκείνα ωστόσο ακίνητα, δεν ήθελαν / μήτε στον παραπλήσιο Ελλήσποντο δρομώντας / να φτάσουν στα καράβια των Αργείων, μήτε και να παρασταθούν / στους Αχαιούς που πολεμούσαν.
Οπως μια στήλη μένει ασάλευτη, στον τύμβο πάνω / σκοτωμένου ή πεθαμένης, έτσι κι αυτά, επίμονα κι ακίνητα, ζεμένα στο πανέμορφο άρμα, έσκυβαν τα κεφάλια τους / στο χώμα, κι έρρεαν δάκρυα θερμά στη γη από τα βλέφαρά τους, / ποθώντας και θρηνώντας τον ηνίοχό τους, ρυπαίνοντας / την πλούσια χαίτη τους, φευγάτη από τη ζεύγλα, πλάι στον ζυγό, / αριστερά- δεξιά.

Η ταφή του Εκτορα, που σφραγίζει την Ιλιάδα και τον ιλιαδικό πόλεμο, δίχως νικητές και ηττημένους, είναι η πιο λιτή του έπους. Εχουν προηγηθεί: ο νεκρώσιμος νόστος του ήρωα (τον εξαγγέλλει από τις επάλξεις του κάστρου η Κασσάνδρα, βλέποντας να πλησιάζει στις πύλες του κάστρου ο Πρίαμος με τη σορό του γιου του), η πρόθεση του νεκρού στην αίθουσα του παλατιού, οι θρήνοι της Εκάβης, της Ανδρομάχης και της Ελένης. Στο μεταξύ, ξύλα αμέτρητα, μέρες εννιά, φερμένα από τα δάση, σωριάστηκαν για τη φωτιά.

Κι όταν τη δέκατη φιλάνθρωπο χάραξε της Αυγής το φως, / έξω μετέφεραν θρηνώντας τον γενναίο Εκτορα, / το σώμα του ανεβάζοντας στο πάνω μέρος της πυράς / κι άναψαν τη φωτιά. Την άλλη μέρα ξημερώνοντας η ροδοδάκτυλη Αυγή, / λαός πολύς συνέρρευσε γύρω από τη φωτιά του τιμημένου / Εκτορα. Οπου συναθροισμένοι, / πήραν να σβήνουν όλοι με κρασί σπινθηροβόλο τη φουντωμένη / φλόγα, κι όλα τ' αποκαΐδια που άφησε το μένος της φωτιάς.
Φίλοι κι αδέλφια μάζευαν τα λευκά του οστά / θρηνώντας· το δάκρυ μούσκευε τα μάγουλά τους. / Σε λάρνακα χρυσή τα απόθεσαν, / και τ' αποσκέπασαν με πορφυρά πέπλα απαλά. / Τα βύθισαν σε κοίλο λάκκο, γύρω του στρώνοντας / συναρμοσμένες τις μεγάλες πέτρες, ύψωσαν γρήγορα το χώμα για τον τύμβο, κι  αφού συσσώρευσαν το χώμα ως πάνω [...] πήραν αργά να φεύγουν.

Τέλος, με τάξη συναγμένοι, δειπνούσαν στο βασιλικό παλάτι του θεοφίλητου Πριάμου. Ετσι το ξόδι τέλεσαν του ιππόδαμου Εκτορα οι Τρώες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου